• el
  • en

Οστεοπόρωση

10 November 2011 | Ανήκει στην Κατηγορία: Οστεοπόρωση

Τα άτομα που πάσχουν από οστεοπόρωση παρουσιάζουν μείωση της οστικής πυκνότητας, γεγονός που αυξάνει τον κίνδυνο κατάγματος των οστών. Η οστεοπόρωση πλήττει κυρίως τους ηλικιωμένους, μολονότι ενδέχεται να παρουσιαστεί και σε άτομα οποιασδήποτε ηλικίας. Κάποιοι παρουσιάζουν αυξημένο κίνδυνο να εμφανίσουν οστεοπόρωση στα μεταγενέστερα χρόνια (αναλυτικά παρακάτω), όμως μπορούν να εμποδίσουν ή να επιβραδύνουν την απώλεια της οστικής μάζας με τη λήψη προληπτικών μέτρων. Στα άτομα δε, που πάσχουν ήδη από οστεοπόρωση προτείνεται συγκεκριμένη φαρμακευτική αγωγή προκειμένου να βοηθήσει στην αποκατάσταση της οστικής μάζας.

Οστά και οστεοπόρωση

Τα δομικά συστατικά του οστού είναι οι ίνες κολλαγόνου (σκληρές, ελαστικές ίνες) και τα μεταλλικά στοιχεία (σκληρό υλικό). Το οστό είναι ένας ζωντανός ιστός, ο οποίος περιέχει κύτταρα που παράγουν, διατηρούν και απομακρύνουν το υλικό των οστών. Κατά την παιδική και εφηβική ηλικία, ο ρυθμός σχηματισμού νέου οστού είναι γρηγορότερος από το ρυθμό απομάκρυνσης του παλιού οστού, ωστόσο στη συνέχεια αυτό αντιστρέφεται και μετά την ηλικία των 45 ετών περίπου αυξάνεται ο ρυθμός αποδόμησης του οστού και κατά συνέπεια καθίστανται λιγότερο πυκνά και ισχυρά. Το μέγεθος της οστικής απώλειας μπορεί να ποικίλει. Τα άτομα που παρουσιάζουν μεγάλη οστική απώλεια πιθανόν πάσχουν από οστεοπόρωση και τα οστά τους είναι πιο ευάλωτα σε κατάγματα σε σύγκριση με τα φυσιολογικά, ιδιαίτερα σε περίπτωση τραύματος ή πτώσης. Τα άτομα με μικρή οστική απώλεια πάσχουν πιθανόν από οστεοπενία.

Πόσο συχνά παρουσιάζεται η οστεοπόρωση;

Για παράδειγμα, εκτιμάται ότι στο Ηνωμένο Βασίλειο περισσότερα από δύο εκατομμύρια γυναίκες πάσχουν από οστεοπόρωση. Οι γυναίκες παρουσιάζουν μεγαλύτερη απώλεια οστικής μάζας σε σύγκριση με τους άνδρες, ιδιαίτερα μετά την εμμηνόπαυση, όταν δηλαδή τα επίπεδα παραγωγής οιστρογόνων μειώνονται. Τα οιστρογόνα είναι ορμόνες που συμβάλλουν στην προστασία από την απώλεια της οστικής μάζας. Πιο συγκεκριμένα, υπολογίζεται ότι στην ηλικία των 50 ετών, 2 στις 100 γυναίκες πάσχουν από οστεοπόρωση, ενώ στην ηλικία των 80 ετών το ποσοστό ανέρχεται σε 1 στις 4 γυναίκες. Ωστόσο, η οστεοπόρωση ενδέχεται να παρουσιαστεί και στους άνδρες. Για παράδειγμα, στο Ηνωμένο Βασίλειο ποσοστό μεγαλύτερο από το ένα τρίτο του γυναικείου πληθυσμού και ένας στου πέντε άνδρες έχουν ένα ή και περισσότερα κατάγματα στη διάρκεια της ζωής τους λόγω της οστεοπόρωσης.

Ποιοι παρουσιάζουν μεγαλύτερο κίνδυνο εμφάνισης οστεοπόρωσης;

Όλος ο ανδρικός και γυναικείος πληθυσμός διατρέχει τον κίνδυνο ανάπτυξης οστεοπόρωσης κατά τη γήρανση, ιδιαίτερα από την ηλικία των 60 ετών και μετά. Ωστόσο, όπως αναφέρεται παραπάνω, οι γυναίκες κινδυνεύουν περισσότερο σε σύγκριση με τους άνδρες. Οι περιπτώσεις που ακολουθούν ενδέχεται να οδηγήσουν σε υπερβολική απώλεια οστικής μάζας και συνεπώς σε αύξηση των πιθανοτήτων εμφάνισης οστεοπόρωσης. Ειδικότερα εάν:

  • Τα άτομα είναι γυναίκες που εισέρχονται στην περίοδο της εμμηνόπαυσης πριν την ηλικία των 45 ετών.
  • Έχει προηγηθεί κάταγμα οστού μετά από μικρή πτώση ή χτύπημα.
  • Υπάρχει οικογενειακό ιστορικό οστεοπόρωσης (δηλαδή, μητέρα, πατέρας, αδελφή ή αδελφός).
  • Ο δείκτης μάζας σώματος (ΔΜΣ) έχει είναι 19 μονάδες ή λιγότερο (δηλαδή αν το άτομο είναι λιποβαρές), όπως για παράδειγμα στην περίπτωση της νευρικής ανορεξίας, κατά την οποία τα επίπεδα των οιστρογόνων είναι μειωμένα για μεγάλο χρονικό διάστημα και σε συνδυασμό με την κακή διατροφή ενδέχεται να επηρεάσουν τα οστά.
  • Πρόκειται για γυναίκες που η εμμηνόρροιά τους σταμάτησε για χρονικό διάστημα έξι μηνών έως ένα έτος ή και περισσότερο πριν την εμμηνόπαυση. Οι αιτίες είναι πολλές, όπως για παράδειγμα, υπερβολική άσκηση ή υπερβολική δίαιτα.
  • Τα άτομα έχουν λάβει ή λαμβάνουν στεροειδή φάρμακα (όπως για παράδειγμα πρεδνιζολόνη) για χρονικό διάστημα τριών ή και περισσότερων μηνών. Τα στεροειδή ενδέχεται να προκαλέσουν παρενέργειες, όπως για παράδειγμα απώλεια οστικής μάζας. Πιο συγκεκριμένα, σε περίπτωση μακροχρόνιας χορήγησης στεροειδών που συχνά κρίνεται αναγκαία για την αντιμετώπιση αρθρίτιδας ή άσθματος.
  • Πρόκειται για καπνιστές.
  • Η κατανάλωση αλκοόλ υπερβαίνει τα τέσσερα ποτήρια ανά ημέρα.
  • Παρουσιάζεται έλλειψη ασβεστίου και/ή βιταμίνης D (λόγω κακής διατροφής ή/και μικρής έκθεσης στον ήλιο).
  • Δεν λαμβάνει χώρα συστηματική άσκηση ή ακολουθείται καθιστικός τρόπος ζωής (κυρίως κατά τη διάρκεια της εφηβικής ηλικίας).
  • Τα άτομα πάσχουν ή έπασχαν από συγκεκριμένες παθήσεις, όπως για παράδειγμα υπερδραστήριο θυρεοειδή, σύνδρομο Cushing, νόσο του Crohn, χρόνια νεφρική ανεπάρκεια, ρευματοειδή αρθρίτιδα, χρόνια ηπατική νόσο, διαβήτη τύπου 1 ή οποιαδήποτε πάθηση που μπορεί να προκαλεί ανεπαρκή κινητικότητα.

Ποια είναι τα συμπτώματα και τα προβλήματα της οστεοπόρωσης;

Η οστεοπόρωση αναπτύσσεται συνήθως αργά, σε διάστημα πολλών ετών και χωρίς να εμφανίζει συμπτώματα. Ωστόσο, ύστερα από την απώλεια ενός σημαντικού ποσοστού οστικής μάζας, ενδέχεται να συμβούν τα εξής:

Κάταγμα οστού μετά από τραυματισμό λόγω πτώσης

Το κάταγμα οστού μετά από έναν τραυματισμό λόγω πτώσης αποτελεί το πρώτο σημάδι ή ένδειξη οστεοπόρωσης. Σε αυτήν την περίπτωση, η δύναμη μιας μικρής πτώσης στο έδαφος (από το ύψος μιας κοινής καρέκλας ή και χαμηλότερα) είναι αρκετή για να προκαλέσει κάταγμα οστού, γεγονός το οποίο δεν δικαιολογείται εάν το άτομο δεν πάσχει από οστεοπόρωση. Το κάταγμα οστού κατόπιν μικρού τραυματισμού σαν τον προαναφερόμενο ονομάζεται κάταγμα ευθραυστότητας.

Τα κατάγματα ευθραυστότητας αφορούν κατά κανόνα τα κατάγματα ισχίου, καρπού και σπονδύλων (τα οστά που συνθέτουν τη σπονδυλική στήλη). Ένα κάταγμα οστού σε ηλικιωμένο άτομο μπορεί να έχει σοβαρές προεκτάσεις, όπως για παράδειγμα να αποκτήσει μόνιμα προβλήματα κινητικότητας, ιδιαίτερα σε περίπτωση που το κάταγμα αφορά το ισχίο. Συγκεκριμένα, το 50% των ατόμων που υπέστησαν κάταγμα ισχίου δεν κατάφεραν έκτοτε να επανέλθουν.

Απώλεια ύψους, επίμονος πόνος στην πλάτη και σκυφτή στάση σώματος

Τα ανωτέρω συμπτώματα ενδέχεται να εμφανιστούν σε περίπτωση ενός ή περισσότερων καταγμάτων σπονδύλων, μολονότι σε περίπτωση που τα άτομα πάσχουν από οστεοπόρωση ενδέχεται να υποστούν κάταγμα σπονδύλου ακόμη και χωρίς κάποια πτώση ή χωρίς η πτώση να είναι σημαντική. Οι σπόνδυλοι μπορεί να πιέζονται ανάλογα με το βάρος του σώματος. Εάν πρόκειται για έντονες πιέσεις, η στάση του σώματος αποκτά κλίση προς τα εμπρός και αυτό μπορεί να επηρεάσει τις καθημερινές δραστηριότητες και την αναπνοή των ατόμων, καθώς μειώνεται το περιθώριο που μπορούν οι πνεύμονες να αναπτυχθούν μέσα από το στήθος.

Πως γίνεται η διάγνωση της οστεοπόρωσης;

Πριν την ανάπτυξη οποιωνδήποτε συμπτωμάτων

Η οστεοπόρωση θα πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά τα πρώιμα ακόμη στάδια. Σε περίπτωση που αυτό δεν είναι εφικτό, η επόμενη ιδανική περίπτωση είναι η διάγνωση και η θεραπεία της να λαμβάνουν χώρα πριν αρχίζουν να παρουσιάζονται συμπτώματα ή κατάγματα.

Για παράδειγμα, στο Ηνωμένο Βασίλειο δεν έχει καταρτιστεί κάποιο εθνικό ιατρικό πρόγραμμα ελέγχου για την οστεοπόρωση. Ωστόσο, ένας άνδρας άνω των 50 ετών ή μια γυναίκα άνω των 50 ετών που έχει ήδη εισέλθει στην περίοδο της εμμηνόπαυσης, θα πρέπει να απαντήσει σε μια σειρά ερωτημάτων που θα υποβληθούν από τον γενικό ιατρό ή οποιονδήποτε επαγγελματία υγείας, προκειμένου να προσδιοριστούν οι παράγοντες κινδύνου για εμφάνιση οστεοπόρωσης (αναφέρονται παραπάνω) που ισχύουν για το κάθε άτομο. Σύμφωνα με ένα δείκτη αξιολόγησης, ο κίνδυνος ανάπτυξης οστεοπόρωσης διαμορφώνεται ανάλογα με τους παράγοντες κινδύνου που συγκεντρώνει το κάθε άτομο. Σε περίπτωση που βρεθεί ότι κάποιο άτομο διατρέχει αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης οστεοπόρωσης ή ότι διατρέχει αβέβαιο κίνδυνο, θα πρέπει να υποβληθεί σε ειδική ακτινολογική εξέταση για μέτρηση οστικής μάζας (DEXA). Πιο συγκεκριμένα, η εξέταση DΕΧΑ είναι η απορροφησιομετρία ακτίνων Χ διπλής ενέργειας, για την οποία χρησιμοποιούνται ειδικά μηχανήματα για τον έλεγχο της πυκνότητας των οστών και μπορεί να επιβεβαιώσει την οστεοπόρωση.

Μετά την εμφάνιση συμπτωμάτων

Η οστεοπόρωση διαγιγνώσκεται συνήθως αφότου υπάρξει κάταγμα κάποιου οστού μετά από μικρό χτύπημα ή πτώση. Έστω και μετά το πρώτο κάταγμα, η θεραπεία μπορεί να συμβάλλει σημαντικά στη μείωση του κινδύνου για περαιτέρω κατάγματα. Σε περίπτωση που θεωρηθεί ότι το άτομο υπέστη κάταγμα ευθραυστότητας, συνήθως προτείνεται η απορροφησιομετρία ακτίνων Χ διπλής ενέργειας, προκειμένου να ανιχνευθούν ενδείξεις οστεοπόρωσης. Ωστόσο, κάποιες φορές, σε γυναίκες άνω των 75 ετών που έχουν υποστεί κάταγμα, το τελευταίο εκλαμβάνεται ως κάταγμα ευθραυστότητας. Σε αυτήν την ομάδα των γυναικών, η θεραπεία για την οστεοπόρωση ενδέχεται να ξεκινήσει χωρίς να έχει προηγηθεί η εξέταση DEXA, διότι στη συγκεκριμένη ομάδα η οστεοπόρωση θεωρείται η πιο κοινή αιτία.

Άλλες εξετάσεις

Η ψηφιακή ακτινογραφία (DXR) αποτελεί μια από τις νεότερες εξετάσεις για την οστεοπόρωση και πραγματοποιείται με μεγαλύτερη ευκολία συγκριτικά με την απορροφησιομετρία ακτίνων Χ διπλής ενέργειας, διότι απαιτείται λιγότερος τεχνικός εξοπλισμός. Επίσης, μπορεί για ορισμένα περιστατικά να χρησιμοποιηθεί ως διαγνωστική εξέταση για την οστεοπόρωση, όπως για παράδειγμα σε περίπτωση που το άτομο φέρει σπασμένο καρπό λόγω πτώσης. Ωστόσο, δεν είναι τόσο ακριβής όσο η DEXA, η οποία προσδιορίζει κάθε περίπτωση οστεοπόρωσης και παραμένει το χρυσό πρότυπο εξέτασης.

Η πρόληψη της οστεοπόρωσης

Οι ακόλουθες συμβουλές αφορούν τους πάντες και μπορούν να βοηθήσουν στην πρόληψη ή έστω στην καθυστέρηση της οστικής απώλειας. Είναι εξαιρετικά σημαντικές, όμως, όταν πρόκειται για άτομα που διατρέχουν υψηλό κίνδυνο ανάπτυξης οστεοπόρωσης. Στην περίπτωση που κάποιος πάσχει ήδη από οστεοπόρωση, τα ακόλουθα μέτρα μπορούν να φανούν χρήσιμα στην καθυστέρηση της οστικής απώλειας.

Άσκηση

Η άσκηση μπορεί να εμποδίσει την οστεοπόρωση. Οι έλξεις των μυών στα οστά κατά την άσκηση βοηθούν στην ενεργοποίηση των οστεοπαραγωγικών κυττάρων και ενδυναμώνουν τα οστά. Η τακτική άσκηση με βάρη καθ’ όλη τη ζωή του ατόμου θεωρείται το βέλτιστο, αλλά ποτέ δεν είναι αργά να ξεκινήσει κάποιος. Αυτό σημαίνει ότι η άσκηση μπορεί να γίνεται απλά και με το σωματικό βάρος, δηλαδή το έντονο περπάτημα, η αεροβική, ο χορός, το τρέξιμο, κ.λπ. Για τους πιο ηλικιωμένους, το τακτικό βάδισμα θεωρείται μια καλή αρχή. Ωστόσο, όσο πιο έντονη είναι η άσκηση, τόσο το καλύτερο. Για ακόμα καλύτερα αποτελέσματα, θα πρέπει η άσκηση να είναι ανελλιπής, στοχεύοντας τουλάχιστον στα 30 λεπτά μέτριας άσκησης ή φυσικής δραστηριότητας πέντε φορές την εβδομάδα. H υπερβολικά έντονη άσκηση, όπως για παράδειγμα το τρέξιμο μεγάλων αποστάσεων, ίσως να μην είναι καλό για τον οργανισμό. (Σημείωση: λόγω του ότι η κολύμβηση δεν αποτελεί γυμναστική με το σωματικό βάρος του ατόμου, δεν βοηθά στην οστεοπόρωση).

Οι ασκήσεις μυϊκής ενδυνάμωσης είναι επίσης σημαντικές. Βοηθούν στην ενίσχυση των υποστηρικτικών μυών γύρω από τα οστά. Αυτό βοηθά στην αύξηση του μυϊκού τόνου, στη βελτίωση της ισορροπίας, κ.λπ., τα οποία δύναται να βοηθήσουν στην αποφυγή πτώσεων. Παραδείγματα ασκήσεων μυϊκής ενδυνάμωσης περιλαμβάνουν τις πιέσεις και την άρση βαρών, ασκήσεις οι οποίες δεν είναι απαραίτητο να γίνονται σε γυμναστήριο. Υπάρχουν απλές ασκήσεις που μπορούν να γίνουν και στο σπίτι.

Τροφές και διατροφή

Το ασβέστιο και η βιταμίνη D είναι σημαντικά για την υγεία των οστών. Το σώμα έχει ανάγκη από επαρκείς ποσότητες βιταμίνης D ώστε να απορροφήσει το ασβέστιο από τις τροφές. Η συνιστώμενη ημερήσια πρόσληψη ασβεστίου στους ενήλικες άνω των 50 ετών είναι τουλάχιστον 1.000 mg την ημέρα. Όσοι βρίσκονται πάνω από αυτήν την ηλικία θα πρέπει επίσης να προσπαθούν να λαμβάνουν επαρκείς ποσότητες βιταμίνης D καθημερινά (800 IU). Επιπλέον, οι πρωτεΐνες είναι πολύ σημαντικές για τη διατροφή και συστήνεται η πρόσληψη ενός γραμμαρίου πρωτεΐνης ανά κιλό σωματικού βάρους. Συνοπτικά:

Ασβέστιο – εύκολη πρόσληψη 1.000 mg ασβεστίου από:

  • Ένα ποτήρι γάλα ημερησίως (είτε ημι-αποβουτυρωμένο είτε αποβουτυρωμένο γάλα) και
  • 50 g σκληρό τυρί, όπως κασέρι ή ένταμ ή ένα γιαούρτι (125 g) ή 50 g σαρδέλες.

Το ψωμί, το γάλα σόγιας ενισχυμένο με ασβέστιο, κάποια λαχανικά (κατσαρό λάχανο, μπάμιες, σπανάκι και κάρδαμο) και κάποια φρούτα (αποξηραμένα βερίκοκα και αποξηραμένα σύκα) αποτελούν επίσης καλές πηγές ασβεστίου. Το βούτυρο, η κρέμα γάλακτος και τα μαλακά τυριά δεν περιέχουν υψηλές ποσότητες ασβεστίου.

Βιταμίνη D – υπάρχουν λίγα τρόφιμα που είναι καλές πηγές βιταμίνης D. Κατά προσέγγιση, 115 g καπνιστού σολομού ή μαγειρευτού σκουμπριού παρέχουν 400 IU βιταμίνης D. Η ίδια ποσότητα βιταμίνης D μπορεί επίσης να ληφθεί από 170 g τόνου ή 80 g σαρδέλας (και για τα δυο καλύτερα σε κονσέρβα με λάδι). Η βιταμίνη D παράγεται επίσης από το σώμα ύστερα από την έκθεση στον ήλιο. Η υπεριώδης ακτινοβολία ενεργοποιεί το δέρμα ώστε να παραγάγει βιταμίνη D.

Ίσως κάποια άτομα άνω των 50 ετών να χρειάζεται να πάρουν συμπληρώματα διατροφής στην περίπτωση που δεν είναι σε θέση να λάβουν τις απαραίτητες ποσότητες ασβεστίου ή βιταμίνης D από τη διατροφή τους ή από τον ήλιο. Στην πραγματικότητα, στους περισσότερους ανθρώπους άνω των 65 η επαρκής πρόσληψη βιταμίνης D μπορεί να επιτευχθεί μόνο με τη χορήγηση συμπληρωμάτων. Γι΄ αυτόν το λόγο είναι συνήθης η σύσταση χρήσης συμπληρωμάτων διατροφής βιταμίνης D σε άτομα άνω των 65, όπως επίσης και σε άλλα άτομα που μπορεί να εμφανίζουν έλλειψη, για παράδειγμα σε άτομα που η διατροφή τους είναι ελλιπής ή η έκθεσή τους στο φως του ήλιου είναι περιορισμένη, λόγω παραμονής στην οικία για μεγάλα διαστήματα ή που φορούν συνεχώς ρούχα τα  οποία καλύπτουν ολόκληρο το σώμα. Αν δεν είναι βέβαιο ότι κάποιος χρειάζεται ασβέστιο ή συμπληρώματα βιταμίνης D, θα πρέπει να ερωτηθεί είτε κάποιος νοσηλευτής/νοσηλεύτρια είτε κάποιος παθολόγος.

Κάπνισμα και αλκοόλ

Τα χημικά που περιέχει ο καπνός εισέρχονται στο αίμα και επηρεάζουν τα οστά, επιδεινώνοντας την οστική απώλεια. Οι καπνιστές πρέπει να διακόπτουν το κάπνισμα. Επίσης, η κατανάλωση αλκοόλ πρέπει να μειώνεται αν το άτομο καταναλώνει άνω των 3 ποτών την ημέρα.

Θεραπεία αντικατάστασης ορμόνης

Η θεραπεία αντικατάστασης ορμόνης περιέχει οιστρογόνα. Πριν από κάποια χρόνια, η εν λόγω θεραπεία χρησιμοποιούνταν ευρέως για την πρόληψη της οστεοπόρωσης. Όμως, τελευταία ευρήματα αναφορικά με τον πιθανό μακροπρόθεσμο κίνδυνο για την υγεία, έχουν μειώσει την κοινή της χρήση για τους σκοπούς αυτούς (εκτός από γυναίκες που είχαν πρώιμη εμμηνόπαυση). Ο λόγος είναι ο αυξημένος κίνδυνος ανάπτυξης καρκίνου του στήθους και καρδιαγγειακών νοσημάτων (καρδιοπάθεια και εγκεφαλικά επεισόδια) αν η θεραπεία αντικατάστασης ορμόνης χρησιμοποιείται μακροχρόνια.

Άτομα που χρήζουν θεραπείας για οστεοπόρωση

Στην περίπτωση που κάποιος πάσχει από οστεοπόρωση, αλλά δεν έχει υποστεί κάποιο κάταγμα λόγω ευθραυστότητας, τότε ο ιατρός μπορεί να συμβουλεύσει τον ασθενή αν χρειάζεται να ακολουθήσει κάποια θεραπεία. Για να υπολογιστεί ο κίνδυνος κατάγματος είναι δυνατό να χρησιμοποιηθεί κάποια ειδική κλίμακα μέτρησης, που θα βοηθήσει και στη λήψη αποφάσεων. Ο υπολογισμός γίνεται βάσει ηλικίας, μετρήσεων DEXA για οστική πυκνότητα και άλλων παραγόντων κινδύνου για οστικό κάταγμα ή ενδείξεις εύθραυστων οστών που ενδεχομένως να παρουσιάζει ο ασθενής (για παράδειγμα, οικογενειακό ιστορικό κατάγματος ισχίου, κατανάλωση αλκοόλ, ΔΜΣ, κ.λπ.)

Στην περίπτωση που η εξέταση δείξει οστεοπόρωση και ήδη ο ασθενής έχει υποστεί κάποιο κάταγμα λόγω ευθραυστότητας, συνήθως συστήνεται θεραπεία για την πρόληψη και ακόλουθου κατάγματος. Τις περισσότερες φορές πρώτα συστήνεται το διφωσφονικό φάρμακο αλενδρονάτη. Αν η αλενδρονάτη δεν είναι το κατάλληλο φάρμακο ή δεν γίνεται ανεκτή, τότε προτείνονται άλλες θεραπείες ανάλογα με την ηλικία, τις μετρήσεις οστικής μάζας και τους παράγοντες κινδύνου οστικού κατάγματος ή τις ενδείξεις ευθραυστότητας των οστών.

Αν ξεκινήσει θεραπεία, θα πρέπει να επαναληφθεί και η εξέταση DEXA σε τακτά χρονικά διαστήματα, ώστε να διαπιστωθεί πόσο επιτυχής  είναι η θεραπεία κατά την έκβασή της. Τα μέτρα στον τρόπο ζωής και η πρόληψη πτώσεων είναι καίριας σημασίας για όλους τους ασθενείς με οστεοπόρωση.

Φαρμακευτική αγωγή οστεοπόρωσης

Υπάρχουν διάφορα φάρμακα για την πρόληψη και τη θεραπεία την οστικής απώλειας. Στα φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την αγωγή της οστεοπόρωσης περιλαμβάνονται τα πιο κάτω:

Διφωσφονικά

Στην κατηγορία αυτών των φαρμάκων ανήκουν η αλενδρονάτη, η ριζεδρονάτη και η ετιδρονάτη. Είναι τα πιο κοινά φάρμακα που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία της οστεοπόρωσης. Ενεργούν στα οστεοπαραγωγικά κύτταρα και μπορούν να βοηθήσουν στην αποκατάσταση της οστικής απώλειας, όπως επίσης στην πρόληψη περαιτέρω απώλειας. Ερευνητικές μελέτες έχουν δείξει ότι δύναται να μειωθεί ο κίνδυνος οστικού κατάγματος με τη λήψη αυτών των φαρμάκων στην περίπτωση οστεοπόρωσης. Μπορούν επίσης να βοηθήσουν στη μείωση της πιθανότητας να συμβεί ένα δεύτερο κάταγμα αν έχει ήδη υποστεί ο ασθενής ένα.

Η αλενδρονάτη είναι συνήθως το φάρμακο πρώτης επιλογής. Η ριζεδρονάτη ή η ετιδρονάτη είναι επίσης πιθανό να χορηγηθούν σε ανθρώπους που δεν ανέχονται την αλενδρονάτη ή στους οποίους το συγκεκριμένο φάρμακο δεν είναι το κατάλληλο.

Σχετικά με τα διφωσφονικά, οι ασθενείς πρέπει να διαβάζουν τις οδηγίες του φαρμάκου και να τις ακολουθούν προσεκτικά. Για παράδειγμα, η λήψη των ταμπλέτων πρέπει να γίνεται με τον ασθενή σε καθιστή θέση και με αρκετό νερό, διότι είναι πιθανό να προκληθεί ερεθισμός του οισοφάγου. Αυτό μπορεί να επιφέρει συμπτώματα δίκην δυσπεψίας, όπως καύσο ή δυσκολία στην κατάποση. Άλλες παρενέργειες που ενδέχεται να παρουσιαστούν είναι η διάρροια ή η δυσκοιλιότητα. Επίσης, τα φάρμακα αυτά δεν θα πρέπει να λαμβάνονται ταυτόχρονα με το φαγητό. Ανάλογα με το φάρμακο που χρησιμοποιείται, ο ασθενής μπορεί να το λαμβάνει καθημερινά, εβδομαδιαία ή ενίοτε ακόμα και λιγότερο συχνά.

Μια σπάνια παρενέργεια των διφωσφονικών είναι μια πάθηση που καλείται οστεονέκρωση της γνάθου. Η πάθηση αυτή είναι πιθανό να επιφέρει σοβαρή βλάβη στο οστό της γνάθου. Για το λόγο αυτό, σε περίπτωση που το άτομο στο οποίο χορηγούνται διφωσφονικά νοιώσει πόνο, εμφανίσει εξοίδηση στη γνάθο ή μούδιασμα, αν νοιώσει τη γνάθο του «βαριά» ή κάποιο από τα δόντια του «χαλαρό», τότε θα πρέπει να αναφερθεί στον ιατρό του. Επίσης, τα δόντια θα πρέπει να πλένονται συστηματικά και να χρησιμοποιείται νήμα, όπως επίσης να γίνονται συχνές επισκέψεις στον οδοντογιατρό όταν ακολουθείται αγωγή με διφωσφονικά, ο οποίος θα πρέπει να ενημερώνεται για την αγωγή. Σημείωση: ο κίνδυνος οστεονέκρωσης της γνάθου είναι χαμηλός στα άτομα που λαμβάνουν διφωσφονικά από το στόμα ως θεραπεία για την οστεοπόρωση. Είναι μεγαλύτερος, όμως, σε άτομα με καρκίνο που δέχονται ενδοφλέβια θεραπεία διφωσφονικών.

Strodium ranelate

Το φάρμακο αυτό ενδέχεται να αποτελεί εναλλακτική για συγκεκριμένα άτομα που πάσχουν από οστεοπόρωση και τα διφωσφονικά δεν είναι κατάλληλα ή δεν γίνονται καλά ανεκτά -για παράδειγμα, λόγω των παρενεργειών τους. Μπορεί να βοηθήσει στην καθυστέρηση της οστικής απώλειας και στη δόμηση νέου οστού. Κάποιοι ασθενείς παρουσιάζουν παρενέργειες σε αυτό το φάρμακο, με τις πιο κοινές να είναι η ναυτία και οι έμετοι.

Denosumab

Το φάρμακο αυτό μπορεί να αποτελέσει εναλλακτική για γυναίκες με οστεοπόρωση που έχουν περάσει την εμμηνόπαυση, στην περίπτωση που τα διφωσφονικά δεν είναι κατάλληλα ή ανεκτά. Χορηγείται δυο φορές το χρόνο ενέσιμα και βοηθά στην καθυστέρηση της οστικής απώλειας. Οστεονέκρωση της γνάθου σπάνια αναφέρεται με αυτό το φάρμακο, ωστόσο, πιστεύεται ότι στη πλειονότητα των ατόμων τα οφέλη αντισταθμίζουν τους κινδύνους.

Ραλοξιφαίνη

Αυτή είναι μια ακόμα επιλογή για τις γυναίκες που πάσχουν από οστεοπόρωση. Συνήθως χρησιμοποιείται μόνο αν η γυναίκα έχει ήδη υποστεί κάποιο κάταγμα ευθραυστότητας. Δρα μιμούμενο τις φυσικές επιδράσεις των οιστρογόνων, σταδιακά αντιστρέφοντας την περαιτέρω αποδόμηση του οστού που παρατηρείται κατά την εμμηνόπαυση και καθιστώντας το οστό ισχυρότερο. Εν τούτοις, ενδεχομένως να υφίσταται μια μικρή αύξηση του κινδύνου ανάπτυξης θρόμβωσης των εν τω βάθει φλεβών σε κάποιους ασθενείς που τους χορηγείται ραλοξιφαίνη.

Πεπτιδικά φάρμακα παραθυρεοειδούς ορμόνης

Τα φάρμακα αυτά συστήνονται ενίοτε σε άτομα που ήδη έχουν υποστεί κάποιο κάταγμα λόγω ευθραυστότητας. Ένα παράδειγμα αυτών των φαρμάκων είναι η τεριπαρατίδη. Μελέτες έχουν δείξει ότι μπορούν να μειώσουν τον κίνδυνο κάποιων οστεοπορωτικών καταγμάτων, αλλά τείνουν να χρησιμοποιούνται αν τα υπόλοιπα φάρμακα δεν γίνονται ανεκτά, λαμβάνονται για συγκεκριμένο λόγο ή αν ο ασθενής λάμβανε κάποια άλλη θεραπεία για ένα έτος και παρ’ όλα αυτά υπέστη κάποιο κάταγμα ευθραυστότητας και η οστική πυκνότητά του είχε επιδεινωθεί.

Ταμπλέτες ασβεστίου και βιταμίνη D

Το ανθρώπινο σώμα έχει ανάγκη από ποσότητες ασβεστίου και βιταμίνης D για να κατασκευάσει οστά. Σε περίπτωση που ο θεράπων ιατρός πιστεύει ότι δεν είναι επαρκής η πρόσληψη ασβεστίου και βιταμίνης D, συνήθως συνταγογραφούν συμπληρώματα ασβεστίου και βιταμίνης D επιπρόσθετα των προαναφερόμενων φαρμάκων.

Άλλα σημαντικά μέτρα

Τρόπος ζωής

 Οι φαρμακευτικές αγωγές από μόνες τους δεν μπορούν να ανακτήσουν πλήρως την οστική μάζα που έχει χαθεί. Επίσης, τα φάρμακα ενδεχομένως να μην συστηθούν σε όλους τους ασθενείς με οστεοπόρωση. Συνεπώς, υπάρχουν διάφορα μέτρα αναφορικά με τον τρόπο ζωής που είναι εξίσου σημαντικά στην αγωγή της οστεοπόρωσης. Σε αυτά συμπεριλαμβάνονται η άσκηση με άρση βαρών, οι ασκήσεις μυϊκής ενδυνάμωσης, η διακοπή του καπνίσματος και ο περιορισμός της κατανάλωσης αλκοόλ στα όρια που περιγράφηκαν πιο πάνω.

Πρόληψη πτώσεων

Στα μέτρα που μπορούν να ληφθούν περιλαμβάνεται και η ασφάλεια από τις πτώσεις και τα πιθανά κατάγματα.

  • Έλεγχος του σπιτιού για τυχόν κινδύνους, όπως χαλιά, καλώδια, ολισθηρά πατώματα, κ.λπ.
  • Η τακτική άσκηση με άρση βαρών μπορεί να βοηθήσει στην πρόληψη των πτώσεων (όπως περιγράφεται πιο πάνω).
  • Έλεγχος της όρασης και της ακοής, είναι πιθανή η ανάγκη για χρήση γυαλιών οράσεως και ακουστικών βοηθημάτων.
  • Προσοχή όταν έχει βρέξει ή έχει παγετό.
  • Προσοχή στην περίπτωση που χορηγούνται φάρμακα τα οποία προκαλούν λήθαργο ή μειώνουν την αρτηριακή πίεση με αποτέλεσμα να αυξάνεται ο κίνδυνος πτώσεων. Έλεγχος του ενδεχομένου να αλλάξει η αγωγή μετά από συζήτηση με τον θεράποντα ιατρό.
  • Τα προστατευτικά ισχίων μπορεί να αποδειχθούν χρήσιμα σε πολλούς ανθρώπους. Τα ειδικά αυτά προστατευτικά που προσαρμόζονται στα ισχία, δεν αφήνουν ακάλυπτα τα σημεία αυτά σε περίπτωση πτώσης.

Σε περίπτωση που λάβει χώρα μια πτώση ή υφίσταται δυσκολία στη βάδιση, τότε θα πρέπει να διεξαχθεί μια αξιολόγηση κινδύνου πτώσεων. Αυτό περιλαμβάνει διάφορες εξετάσεις, όπως φυσική εξέταση, έλεγχος όρασης, ακοής και δυνατότητας βάδισης, αναθεώρηση των φαρμακευτικών αγωγών και αναθεώρηση του οικιακού περιβάλλοντος. Εκτός από τα ανωτέρω, κάποιοι ασθενείς έχουν ανάγκη από μυϊκή ενδυνάμωση και κάποιο πρόγραμμα ισορροπίας ή συστάσεις σχετικά με τη μείωση των πιθανών κινδύνων στο σπίτι τους.

References